Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

ΘΥΜΑΡΙ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΗ - ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΡΑΣΗ


θΥΜΑΡΙ (THYME): ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΗ - ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΡΑΣΗ


A. Είδη του γένους Thymus (οικογένεια Lamiaceae)
Με το όνομα θυμάρι (Thyme) αναφέρονται τα περίπου 350 είδη του γένους Thymus τα
οποία απαντιούνται στην Ευρώπη, στη Βόρεια Αφρική και στην Ασία. Αυτά είναι πολυετή,
ποώδη φυτά, με χαμηλό και συχνά έρποντα βλαστό.
Το άγριο θυμάρι (Wild Thyme) T. serpyllum, το οποίο πήρε το λατινικό όνομά του από
την έρπουσα (serpent-like) μορφή του αποκαλείται «θημαρομάνα» μέλλον λόγω της χρήσης του
στις εμμηνορροϊκές διαταραχές. To κοινό θυμάρι ή θυμάρι κήπων (Common Thyme or Garden
Thyme) T. vulgaris, απαντάται στη Δυτική Μεσόγειο, το οποίο είναι η καλλιεργούμενη μορφή
του άγριου θυμαριού. Τα κύρια συστατικά του αιθερίου ελαίου του είναι η θυμόλη,
καρβακρόλη, λιναλοόλη, γερανιόλη, α-τερπινεόλη. Παρατηρείται όμως μια αξιοσημείωτη
ποικιλότητα στην εκατοστιαία περιεκτικότητα των παραπάνω συστατικών, που υποδηλώνει την
ύπαρξη διαφορετικών χημειότυπων θυμαριού, όπως T. vulgaris ct. thymol (χημειότυπος
θυμόλης, κόκκινο θυμάρι, red thyme), ή T. vulgaris ct. geraniol (χημειότυπος γερανιόλης, γλυκό
θυμάρι, sweet thyme), κ.λ.π.
Στον ελλαδικό χώρο υπάρχουν περίπου 31 αυτοφυή είδη του γένους Thymus, πέντε από
τα οποία είναι ενδημικά. Το πλέον κοινό είδος στη χώρα μας είναι το T. sibthorpii. Παλαιότερα
στα είδη του γένους Thymus συμπεριλαμβανόταν και το T. Capitatus, θυμάρι το κεφαλωτό, το
οποίο σε πολλές περιοχές της Ελλάδας αναφέρεται με το όνομα θυμάρι. Σήμερα όμως, το γενικά
αποδεκτό λατινικό του όνομα είναι Coridothymus capitatus και διακινείται εμπορικά ως
“ρίγανη” μια και έχουν κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα την παρόμοια οσμή τους, που οφείλεται
στην παρουσία της καρβακρόλης στα αιθέρια έλαιά τους.


B. Φαρμακευτική χρήση
Το θυμάρι ήταν γνωστό από την αρχαιότητα. Το αναφέρει ο Διοσκουρίδης ενώ
καθιερώθηκε ως φάρμακο τον 16ο αιώνα. Ο Πλίνιος το συνιστά ως αντίδοτο για τα δαγκώματα
φιδιών, το «δηλητήριο των θαλάσσιων όντων» και για τον πονοκέφαλο. Οι Ρωμαίοι έκαιγαν το
φυτό πιστεύοντας ότι ο καπνός του απωθεί τους σκορπιούς.
Σήμερα το θυμάρι καλλιεργείται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες κι’ άλλες χώρες τόσο για
τις αρωματικές όσο και για τις φαρμακευτικές ιδιότητές του. Ειδικότερα χρησιμοποιείται η ξηρή
δρόγη ή το αιθέριο έλαιό του στη βιομηχανία τροφίμων, στα οποία προσδίδει καλύτερο άρωμα
και γεύση. Η δρόγη του χρησιμοποιείται ως ρόφημα κυρίως όταν αναμιχθεί με μέντα και
φασκόμηλο ή και άλλα αρωματικά φυτά.
Τέλος όλα τα είδη του θυμαριού είναι πολύ καλά μελισσοτροφικά φυτά και το αιθέριο
έλαιο τους χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και στα καλλυντικά.
B.1. Χρησιμοποιούμενα μέρη του φυτού και τρόποι εφαρμογής
B.1.1. Επίγεια τμήματα: Αντισηπτικά και αποχρεμπτικά τα επίγεια τμήμα είναι ιδανικά για
βαθιά εγκατεστημένες λοιμώξεις των πνευμόνων που χαρακτηρίζονται από παχύρρευστο,
κιτρινωπό φλέγμα. Είναι επίσης χρήσιμο πεπτικό γιατρικό και θερμαντικό για το κρύωμα της
κοιλιάς και τη συνοδευόμενη διάρροια. Συλλέξτε πριν την άνθιση και κατά τη διάρκειά της το
καλοκαίρι,. Απορρίψτε τους ξυλώδεις βλαστούς.


B.1.2. Τρόποι εφαρμογής
Έγχυμα: Χρησιμοποιείστε το για λοιμώξεις του θώρακα, κρύωμα της κοιλιάς ή ευερέθιστο
έντερο.
Βάμμα: Χρησιμοποιείστε το για τη διάρροια που συνδέεται με κρύωμα της κοιλιάς ή ως
αποχρεμπτικό σε λοιμώξεις του θώρακα.
Σιρόπι: Πάρτε σιρόπι φτιαγμένο από το έγχυμα για το βήχα και για τις λοιμώξεις των
πνευμόνων.
B.2.1. Αιθέριο έλαιο: Εξαιρετικά ισχυρό αντιβακτηριακό και αντιμυκητιασικό, το θυμέλαιο
διεγείρει επίσης το ανοσοποιητικό σύστημα. Καθώς είναι συμπυκνωμένη μορφή του βοτάνου
είναι ωφέλιμο για αναπνευστικά και για πεπτικά προβλήματα. Στο εμπόριο διατίθενται αρκετές
ποιότητες θυμελαίου που έχουν όλες παρόμοιες δράσεις.
B.2.2. Τρόποι εφαρμογής
Εντριβή θώρακα: Διαλύστε 10 σταγόνες θυμελαίου σε 20 mL αμυγδαλέλαιου ή ηλιελαίου για
τις λοιμώξεις του θώρακα.
Έλαιο: Διαλύστε 10 σταγόνες σε 20 mL νερό και βάλτε το σε δαγκώματα εντόμων και σε
μολυσμένες πληγές.
Έλαιο μασάζ: Διαλύστε 10 σταγόνες θυμελαίου και ελαίου λεβάντας σε 25 mL αμυγδαλέλαιου
ή ηλιέλαιου για ρευματικούς πόνους ή για τραβήγματα των μυών.
Β.3. Προφυλάξεις: Αποφύγετε τις θεραπευτικές δόσεις θυμαριού και θυμελαίου σε οποιαδήποτε
μορφή κατά την εγκυμοσύνη επειδή το βότανο είναι διεγερτικό της μήτρας.
Το θυμέλαιο μπορεί να ερεθίσει τους βλεννογόνους γι’ αυτό να το αραιώνετε πάντα καλά.


Γ. Αντιμικροβιακή δράση αιθερίων ελαίων
Η αντιμικροβιακή δράση των αιθερίων ελαίων είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Αιθέρια
έλαια από είδη των γενών Eucalyptus, Thymus, Origanum, Mentha, Sideritis, Salvia, Achillea,
Lavandula και πλήθος άλλων φυτών έχουν μελετηθεί ως προς τις αντιμικροβιακέςιδιότητές τους
σε ένα πλήθος παθογόνων μικροβίων, από τα οποία εξέχουσα θέση (ως προς το πλήθος των
αναφορών) κατέχουν τα βακτήρια Staphylococcus aureus, Bacillus cereus, Escherichia coli,
Pseudomonas aeruginosa, Klebsiella pneumoniae, Salmonella typhimurium και η ζύμη Candida
albicans.
Αρκετά συστατικά αιθερίων ελαίων, όπως η θυμόλη, η γερανιόλη, η νερόλη, η
κιτρονελλόλη και η κινναμαλδεϋδη επιδρούν στην ανάπτυξη και παραγωγή αφλατοξίνης του
Aspergillus flavus. Μυκητοτοξική δράση έναντι των Aspergillus flavus, A. orchraceus και A.
niger διαπιστώθηκε και με τα αιθέρια έλαια της ρίγανης και του θυμαριού από τους Paster et al.,
(1990).
Η δυνατότητα εφαρμογής των αιθερίων ελαίων στη γεωργία παρουσιάζεται αναλυτικά
από τον Isman, B.M. (2000), ο οποίος περιγράφει τα μέχρι τώρα ερευνητικά αποτελέσματα
σ’αυτόν τον τομέα και την ανάγκη για περαιτέρω μελέτη.
Η υπό κενό χρησιμοποίηση αιθερίου ελαίου θυμαριού σε φρούτα εσπεριδοειδών
παρεμποδίζει την ανάπτυξη του μύκητα Penicillium digitatum, ενώ συγκέντρωση 125 ppm
καρβακρόλης αναφέρεται ότι έχει μυκητοκτόνο δράση σε in vitro πειράματα.
H βακτηριοστατική ή βακτηριοκτόνος δράση φυσικών προϊόντων από τα φυτά, αιθερίων
ελαίων ή φυτικών εκχυλισμάτων, δεν έχει τύχη μέχρι σήμερα αξιόλογης προσοχής ή μελέτης,
παρόλο τα κάποια ενθαρρυντικά αποτελέσματα. 3
Μέχρι σήμερα δεν έχει διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο δρουν τα αιθέρια έλαια
έναντι των μικροοργανισμών, έχουν όμως προταθεί αρκετές θεωρίες οι οποίες είτε
τεκμηριώνονται με πειραματικά αποτελέσματα είτε όχι.
Η εξάρτηση μεταξύ της χημικής δομής των συστατικών των αιθερίων ελαίων και της
αντιμικροβιακής δράσης οδήγησε στη σκέψη πως μόρια που περιέχουν αρωματικό δακτύλιο και
την ομάδα -ΟΗ αντιδρούν και σχηματίζουν δεσμούς υδρογόνου με ενεργά σημεία ενζύμων.
Επιπλέον, σε μόρια που περιέχεται και η ισοπρόπυλο ομάδα, εκτός από την αρωματικότητα του
πυρήνα συνεισφέρει στη δημιουργία δεσμών υδρογόνου και ο επαγωγικός χαρακτήρας της
ομάδας.
Έχει βρεθεί, με πειράματα σε κύτταρα ζύμης, ότι οι ουσίες α-πινένιο, β-πινένιο και
λεμονένιο καταστρέφουν την κυτταρική ακεραιότητα και παρεμποδίζουν τη λειτουργία της
αναπνοής στα μιτοχόνδρια. Ειδικώτερα, το β-πινένιο παρεμποδίζει την αναπνοή και σε ανέπαφα
κύτταρα του Saccharomyces cerevisiae και σε μιτοχόνδρια που απομονώθηκαν από αυτή τη
ζύμη, ενώ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις του προκάλεσαν παρεμπόδιση στη μεταφορά
(translocation) πρωτονίου και ιόντων καλίου, χωρίς να παρατηρείται επίδραση στη
δραστηριότητα ATPάσης. Ανάλογα συμπεράσματα προέκυψαν και για το λεμονένιο, όχι όμως
για άλλα υδρόφοβα μόρια. Η επίδραση στην αναπνοή θα μπορούσε να αποδοθεί με δράση στην
περιοχή του συμπλόκου ΙΙΙ της κυτοχρωμικής αλυσίδας. Μελέτες επιβεβαιώνουν πως οι κυκλικοί
τερπενικοί υδρογονάνθρακες συσσωρεύονται στη μεμβράνη, γι’αυτό πρακαλείται διαταραχή των
ημιπερατών ιδιοτήτων της και παρεμπόδιση του μηχανισμού μετακίνησης πρωτονίων (proton
motive force). Όμοια, η επίδραση αιθερίου ελαίου ρίγανης και των κύριων συστατικών του
θυμόλης και καρβακρόλης κατά των Staphylococcus aureus και Pseudomonas aeruginosa
αποδίδεται στην καταστροφή της ακεραιότητας της μεμβράνης με επιπλέον επιρροές στην
ομοιόσταση του pH και ισορροπία των ανοργάνων ιόντων. Η θυμόλη και η καρβακρόλη, σε
πειράματα με τα βακτήρια Salmonella typhimurium και Escherichia coli, αποδιοργανώνουν την
εξωτερική μεμβράνη και απελευθερώνουν συστατικά της στο εξωτερικό διάλυμα, μειώνουν την
αποθήκη της ενδοκυτταρικής τριφωσφορικής αδενοσίνης (Adenosine Triphosphate, ATP) και
αυξάνουν το εξωκυτταρικό ATP, υποδηλώνοντας καταστροφή των ημιπερατών ιδιοτήτων της
κυτοπλασματικής μεμβράνης.
Το αντιμικροβιακό αποτέλεσμα των συστατικών αιθερίων ελαίων εξαρτάται από την
υδροφοβικότητά τους και από την κατανομή τους στην κυτοπλασματική μικροβιακή μεμβράνη.
Ο συνδυασμός S-καρβόνης και θερμοκρασίας είχε σημαντική μείωση στο πληθυσμό του
βακτηρίου Listeria monogytogenes, διότι η αύξηση της θερμοκρασίας αύξανε τη διαλυτότητα της
καρβόνης στη μεμβράνη. Επίσης, υποθέτουν πως η παρεμπόδιση των Staphylococcus aureus και
Salmonella typhimurium από έλαιο θυμαριού οφείλεται στην υδροφοβικότητα και στους δεσμούς
υδρογόνου των φαινολικών συστατικών του με τις πρωτεΐνες των μεμβρανών, μετά την
κατανομή τους στο στρώμα των λιπιδίων.
Σημαντική είναι και η εργασία των Takaisi-Kikuni et. al., (1996) που δείχνει πως το
αιθέριο έλαιο από το φυτό Cymbopogon densiflorus (πλούσιο σε λεμονένιο και π-κυμένιο)
προκάλεσε δύο μορφολογικές ανωμαλίες στα κύτταρα του Staphylococcus aureus.
Συγκεκριμένα, προκάλεσε πρόωρη έναρξη διαίρεσης των κυττάρων και πάχυνση των
κυτταρικών τοιχωμάτων. Το πρώτο σύμπτωμα είναι χαρακτηριστικό του τρόπου δράσης σε
χαμηλές δόσεις των αντιβιοτικών β-λακτάμης (τύπου πενικιλλίνης) εμποδίζοντας τη σύνθεση
των βακτηριακών τοιχωμάτων και το δεύτερο είναι χαρακτηριστικό σύπτωμα των
σταφυλοκόκκων που έχουν δεχτεί τη δράση βακτηριοστατικών φαρμάκων (τύπου
chloramphenicol). Μικροσκοπικές παρατηρήσεις έδειξαν πως το αιθέριο έλαιο του θυμαριού
τραυματίζει τις υφές των μυκήτων Penicillium digitatum και Botrytis cinerea. 4
Γενικά, ουσίες που επιδεικνύουν αντιμικροβιακή δράση είναι αυτές που δεν μπορούν να
μεταβολιστούν από τους μικροοργανισμούς. Αναφέρεται η δράση της S-(+)-καρβόνης στην
ανάπτυξη των μυκήτων F. sulphureum και Fusarium solani var. coeruleum, εφαρμογή της
οποίας σε αέρια φάση εμπόδιζε την ανάπτυξη μόνο του πρώτου μύκητα. Σε υγρό μέσο βρέθηκε
ότι και οι δύο μύκητες μετασχημάτισαν την S-(+)-καρβόνη σε ισοδιυδροκαρβόνη
(isodihydrocarvone), ισοδιυδροκαρβεόλη (isodihydrocarveol) και νεοϊσοδιυδροκαρβεόλη
(neoisodihydrocarveol). Τα προϊόντα αυτά δεν επηρέασαν την ανάπτυξη των μυκήτων, με
αποτέλεσμα αυτός ο μηχανισμός να θεωρηθεί ως μηχανισμός αποτοξίνωσης.


Δ. Βιολογική δράση αιθερίου ελαίου θυμαριού σε φυτοπαθογόνους μικροοργανισμούς
Στο πλαίσιο μιας γενικότερης έρευνας του εργαστηρίου μας, επί των αιθερίων ελαίων
προερχόμενων από φυτά της οικογένειας Lamiaceae, μελετήθηκε η αντιμικροβιακή δράση του
αιθερίου ελαίου θυμαρίου (Coridothymus capitatus, πρώην Thymus Capitatus) σε σύγκριση με
τη δράση αιθερίων ελαίων ρίγανης (Origanum vulgare), δίκταμου (Origanum dictamnus) και
μαντζουράνας (Origanum majorana), έναντι των μικροοργανισμών Penicillium digitatum,
Botrytis cinerea, Fusarium sp. (Fusarium solani var. coeruleum) και Clavibacter michiganensis
subsp. Michiganensis.
Δ.1. Χημική σύσταση αιθερίων ελαίων που χρησιμοποιήθηκαν στα πειράματα των
βιοδοκιμών
Για τον προσδιορισμό της χημικής σύστασης των αιθερίων ελαίων χρησιμοποιήθηκε η
μέθοδος GC-MS, που έχει καθιερωθεί για τέτοιες αναλύσεις. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων
για τα αιθέρια έλαια της ρίγανης, του θυμαριού, του δίκταμου, της μαντζουράνας
παρουσιάζονται στους Πίνακες 1, 2.
Από την μελέτη του Πίνακα Β1, προκύπτει πως τα αιθέρια έλαια των φυτών της ρίγανης
Ρ1, του θυμαριού Θ1 και του δίκταμου Δ1 χαρακτηρίζονται από την κυρίαρχη παρουσία της
θυμόλης, η οποία επικρατεί των άλλων με ποσοστά 63,3-78,0%.
Η καρβακρόλη, ισομερές της θυμόλης (Σχήμα 1), προσδιορίστηκε στο αιθέριο έλαιο της
ρίγανης Ρ1 και του θυμαριού Θ1 με ποσοστά 7,8 και 2,2%, αντίστοιχα, ενώ δεν ανιχνεύθηκε στο
δίκταμο Δ1. Οι ουσίες γ-τερπινένιο και π-κυμένιο, οι οποίες θεωρούνται πρόδρομες ενώσεις της
θυμόλης και καρβακρόλης, προσδιορίστηκαν και στα τρία παραπάνω αιθέρια έλαια και μάλιστα
σε σχετικά μεγάλα ποσοστά. Τα ποσοστά του γ-τερπινενίου κυμαίνονται μεταξύ 4,3-12,7% και
του π-κυμενίου μεταξύ 9,9-23,5% (Πίνακας 1).
Στο αιθέριο έλαιο της μαντζουράνας Μ1 ανιχνεύθηκε ένα πλήθος ουσιών που κατέχουν
αξιόλογα ποσοστά από 2,0-18,3% (Πίνακας 1). Από αυτά τα συστατικά διακρίνεται το γ-
τερπινένιο (18,3%) και η καρβακρόλη (16,8%), ακολούθως το α-τερπινένιο (9,8%), το π-κυμένιο
(9,8%) και η τερπινεν-4-όλη (9,3%).
Στον Πίνακα 2, εκτός από τη χημική σύσταση των αιθερίων ελαίων παρουσιάζονται και
οι αποδόσεις τους σε αιθέριο έλαιο. Η απόδοση εκφράζεται σε mL αιθερίου ελαίου ανά 100 g
αποξηραμένου φυτικού υλικού. Μεγάλες αποδόσεις σε αιθέριο έλαιο έδωσαν τα φυτά της
ρίγανης (5,2%), του θυμαριού (4,0%) και της μαντζουράνας (4,4%).
Κύρια ουσία στο αιθέριο έλαιο της ρίγανης Ρ2, όπως και στο δείγμα ρίγανης Ρ1,
προσδιορίστηκε η θυμόλη (63,7%) και ακολούθως το π-κυμένιο (13,0%), η καρβακρόλη (8,6%)
και το γ-τερπινένιο (7,5%). Αντίθετα, στο αιθέριο έλαιο του θυμαριού Θ2 και του δίκταμου Δ2, η
κυρίαρχη ουσία ήταν η καρβακρόλη με ποσοστά 81,5 και 64,1%, αντίστοιχα. Στο αιθέριο έλαιο
του δίκταμου εκτός από την καρβακρόλη, βρέθηκε και το π-κυμένιο (20,3%) σε μεγάλο
ποσοστό. Στη μαντζουράνα προσδιορίστηκε χημειότυπος αιθερίου ελαίου που αναφέρεται πρώτη5
φορά στην Ελλάδα. Το αιθέριο έλαιό της χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο κλάσμα κυμιλ-
παραγώγων, όπως η καρβακρόλη (45,1%), το γ-τερπινένιο (9,3%), το π-κυμένιο (5,8%) και το α-
τερπινένιο (5,4%). Δείγματα μαντζουράνας (Origanum majorana) από την Τουρκία και την
Κούβα έδωσαν αιθέριο έλαιο με υψηλή περιεκτικότητα σε καρβακρόλη. Στην Ελλάδα για το
αιθέριο έλαιο του είδους, αναφέρεται ο χημειότυπος υδροσαβινενίου / τερπινεν-4-όλης.
Όλα τα δείγματα ρίγανης που μελετήθηκαν παρουσίασαν αιθέριο έλαιο με χημειότυπο
θυμόλης. Στη βιβλιογραφία αναφέρονται αιθέρια έλαια ρίγανης με τέτοιο χημειότυπο.
Πίνακας 1. Χημική σύσταση των αιθερίων ελαίων από Ρίγανη (Ρ1), Θυμάρι (Θ1), Δίκταμο (Δ1),
Μαντζουράνα (M1), που χρησιμοποιήθηκαν στα πειράματα με το μύκητα Penicillium digitatum.
Η προέλευση όλων των δειγμάτων ήταν από την Κρήτη, με εξαίρεση αυτό της μαντζουράνας που
ήταν από την Αττική.


Δ.2. Επίδραση μονοτερπενίων εμπορίου στη γραμμική αύξηση του μύκητα Penicillium
digitatum.
Από τα πειράματα μέτρησης της γραμμική αύξησης του μύκητα Penicillium digitatum
υπό την επίδραση των μονοτερπενίων, διαπιστώθηκε ότι η θυμόλη και η καρβακρόλη είχαν
ισχυρή μυκητοτοξική δράση, με σημαντικά μικρότερη εκείνη της α-τερπινεόλης (Διάγραμμα 1).
Η καρβακρόλη και η θυμόλη σε συγκεντρώσεις 160 μg/mL και 200 μg/mL αντίστοιχα,
προκάλεσαν ολική παρεμπόδιση (MIC) της ανάπτυξης των αποικιών του μύκητα. Η
συγκέντρωση που προκαλεί μείωση στην αύξηση κατά 50% (ED50) προσδιορίστηκε για τη
θυμόλη και καρβακρόλη στα 79 μg/mL και 47 μg/mL, αντίστοιχα.




Επίδραση καρβακρόλης, θυμόλης και α-τερπινεόλης στη γραμμική αύξηση του
μύκητα P. digitatum σε θρεπτικό υπόστρωμα PDA


Η α-τερπινεόλη, στη συγκέντρωση των 400 μg/mL παρεμποδίζει την ανάπτυξη 46%. Το
π-κυμένιο, το γ-τερπινένιο, δεν έδειξαν μυκητοτοξική δράση.



Γενικά, τα αιθέρια έλαια της ρίγανης, του θυμαριού και του δίκταμου χαρακτηρίζονται
από ουσίες που ανήκουν στις ομάδες των φαινολών και των υδρογονανθράκων, ενώ στο αιθέριο
έλαιο της μαντζουράνας συμμετέχουν και αλκοόλες


.

 Επίδραση μονοτερπενίων εμπορίου στη γραμμική αύξηση του μύκητα Penicillium 
digitatum.


Από τα πειράματα μέτρησης της γραμμική αύξησης του μύκητα Penicillium digitatum
υπό την επίδραση των μονοτερπενίων, διαπιστώθηκε ότι η θυμόλη και η καρβακρόλη είχαν
ισχυρή μυκητοτοξική δράση, με σημαντικά μικρότερη εκείνη της α-τερπινεόλης (Διάγραμμα 1).
Η καρβακρόλη και η θυμόλη σε συγκεντρώσεις 160 μg/mL και 200 μg/mL αντίστοιχα,
προκάλεσαν ολική παρεμπόδιση (MIC) της ανάπτυξης των αποικιών του μύκητα. Η
συγκέντρωση που προκαλεί μείωση στην αύξηση κατά 50% (ED50) προσδιορίστηκε για τη
θυμόλη και καρβακρόλη στα 79 μg/mL και 47 μg/mL, αντίστοιχα.




Επίδραση αιθερίων ελαίων στη γραμμική αύξηση, στη βλάστηση και παραγωγή
κονιδίων του μύκητα Penicillium digitatum.


Τα αιθέρια έλαια της ρίγανης, του θυμαριού, του δίκταμου και της μαντζουράνας, έδειξαν
διαφορετικά επίπεδα δράσης στη γραμμική αύξηση, στη βλάστηση και παραγωγή κονιδίων του
μύκητα Penicillium digitatum, η οποία είναι συνάρτηση της δραστικής ή των δραστικών ουσιών
που περιέχουν και της φυσιολογικής λειτουργίας του μύκητα (Διάγραμμα 2). Σε συγκεντρώσεις
250, 300, 300, και 400 μg/mL, τα αιθέρια έλαια της ρίγανης, του θυμαριού, του δίκταμου και της
μαντζουράνας αντίστοιχα, προκάλεσαν πλήρη παρεμπόδιση της γραμμικής ανάπτυξης των
αποικιών του μύκητα. Οι τιμές ED50 για τα αιθέρια έλαια της ρίγανης και του θυμαριού
προσδιορίστηκε στα 71,5 και 80,2 μg/mL αντίστοιχα, ενώ για το δίκταμο και τη μαντζουράνα
στα 87,2 μg/mL.


Επίδραση των αιθερίων ελαίων ρίγανης, θυμαριού, δίκταμου και μαντζουράνας
στη γραμμική αύξηση του μύκητα P. digitatum σε θρεπτικό υπόστρωμα PDA. 


Ιδιαίτερα σημαντικά κρίνονται τα αποτελέσματα που αφορούν τα αιθέρια έλαια του
δίκταμου και της μαντζουράνας, διότι συγκρίνονται άμεσα με αυτά της ρίγανης και του
θυμαριού, τα οποία θεωρούνται αντιμικροβιακά συστήματα με ισχυρή δράση.
Συνδυάζοντας τη χημική σύσταση των αιθερίων ελαίων με τη δραστικότητά τους
προκύπτει πως τα πιο δραστικά έλαια είναι αυτά που περιέχουν σε υψηλά ποσοστά θυμόλη και
καρβακρόλη. Το αιθέριο έλαιο της ρίγανης και του θυμαριού περιέχουν θυμόλη/καρβακρόλη σε
ποσοστά 63,3/7,8% και 63,6/2,2%, αντίστοιχα, ενώ ο δίκταμος περιέχει μόνο θυμόλη σε ποσοστό
78%. Παρατηρείται, πως ο συνδυασμός θυμόλης και καρβακρόλης στο αιθέριο έλαιο έχει
μεγαλύτερη επίδραση απ’ ότι αν χρησιμοποιηθεί ένα αιθέριο έλαιο με αυξημένα ποσοστά μίας
μόνο ουσίας. Επιπλέον, η δράση του αιθερίου ελαίου είναι ισχυρότερη από αυτή της καθαρής
δραστικής ουσίας. Αυτό φαίνεται εντονότερα στην περίπτωση της μαντζουράνας, η οποία ενώ
περιέχει καρβακρόλη σε ποσοστό μόνο 16,8% επιδεικνύει αυξημένη βιολογική δράση. Πιθανόν,
και άλλες ουσίες που υπάρχουν στο μίγμα, όπως η α-τερπινεόλη, να συνεισφέρουν στη συνολική
δράση του αιθερίου ελαίου. 9
Τα αιθέρια έλαια της ρίγανης, του θυμαριού, του δίκταμου και της μαντζουράνας
παρεμπόδισαν πλήρως τη βλάστηση των κονιδίων σε συγκεντρώσεις περί τα 250 μg/mL
(Διάγραμμα 4). H καρβακρόλη έδειξε ανάλογη μυκητοτοξικότητα στη βλάστηση των κονιδίων
του P. digitatum, με MIC που προσδιορίστηκε στο επίπεδο των 250 μg/mL από τους Caccioni
and Guizzardi (1994).



Επίδραση των αιθερίων ελαίων ρίγανης, θυμαριού, δίκταμου και μαντζουράνας
στη γραμμική αύξηση του μύκητα P. digitatum σε θρεπτικό υπόστρωμα PDA.

Η ED50 για τα αιθέρια έλαια της ρίγανης και του θυμαριού υπολογίστηκε στα 60 και 65,5
μg/mL αντίστοιχα, ενώ για το δίκταμο και τη μαντζουράνα στα 131 μg/mL.
Η παραγωγή κονιδίων του μύκητα επηρεάστηκε από τα αιθέρια έλαια της ρίγανης, του
θυμαριού, του δίκταμου και της μαντζουράνας. Στη συγκέντρωση 250 μg/mL, τα μεν τρία πρώτα
έλαια παρεμπόδισαν πλήρως την παραγωγή κονιδίων και η μαντζουράνα κατά 84%


Επίδραση αιθερίων ελαίων στη γραμμική αύξηση του μύκητα Botrytis cinerea 
Όλα τα αιθέρια έλαια έδειξαν αξιόλογη παρεμποδιστική δράση στη γραμμική αύξηση του
μύκητα Botrytis cinerea. (Διαγράμμα 6). Σε συγκεντρώσεις 150, 150, 200, και 300 μg/mL τα
αιθέρια έλαια της ρίγανης, του θυμαριού, του δίκταμου και της μαντζουράνας αντίστοιχα,
προκάλεσαν πλήρη παρεμπόδιση στην γραμμική αύξηση του μύκητα.


Επίδραση αιθερίων ελαίων στη γραμμική αύξηση του μύκητα Fusarium sp. (Fusarium 
solani var. coeruleum) 
Όλα τα αιθέρια έλαια έδειξαν αξιόλογη παρεμποδιστική δράση στη γραμμική αύξηση του
μύκητα Fusarium sp., όπως και στην περίπτωση του μύκητα B. cinerea. (Διάγραμμα 7). Σε
συγκεντρώσεις 150, 200, 250 και 300 μg/mL τα αιθέρια έλαια της ρίγανης, του θυμαριού, του
δίκταμου και της μαντζουράνας αντίστοιχα, προκάλεσαν ολική αναστολή της ανάπτυξης των
αποικιών του μύκητα.


Επίδραση αιθερίων ελαίων στην ικανότητα σχηματισμού αποικιών του βακτηρίου
Clavibacter michiganensis subsp. michiganensis
Τα αιθέρια έλαια της ρίγανης, του θυμαριού και του δίκταμου έδειξαν αξιόλογη
παρεμποδιστική δράση στην ικανότητα σχηματισμού αποικιών του βακτηρίου Clavibacter
michiganensis subsp. michiganensis σε τριβλία NA, (




Επίδραση των αιθερίων ελαίων των φυτών ρίγανης, θυμαριού, και δίκταμου στην
ικανότητα σχηματισμού αποικιών του βακτηρίου Clavibacter michiganensis subsp. 
michiganensis σε θρεπτικό υπόστρωμα NA.
Συγκέντρωση 150 μg/mL αιθερίου ελαίου ρίγανης, θυμαριού και δίκταμου παρεμπόδισε
την ικανότητα του βακτηρίου να σχηματίζει αποικίες στο θρεπτικό υλικό NA, σε σχέση με τον
μάρτυρα.
Η ED50 για τα αιθέρια έλαια έναντι των μικροοργανισμών Botrytis cinerea, Fusarium
sp., and Clavibacter michiganensis subsp. michiganensis







Από τα παραπάνω αποτελέσματα προκύπτει πως το βακτήριο C. michiganensis subsp.
michiganensis δείχνει μεγαλύτερη ευαισθησία στη δράση των αιθερίων ελαίων, σε σχέση με τους
μύκητες

Συνδυάζοντας τα αποτελέσματα προκύπτει πως τα πιο δραστικά
αιθέρια έλαια είναι αυτά που περιέχουν σε υψηλά ποσοστά τις δραστικές ουσίες θυμόλη και
καρβακρόλη. Έτσι, το αποτέλεσμα από τη βιολογική δράση των αιθερίων ελαίων δεν
καθορίζεται αυστηρά από την κύρια ουσία του, που μπορεί να έχει ή όχι παρεμποδιστική δράση,
αλλά και από τις υπόλοιπες ουσίες που περιέχει και πιθανόν να έχουν συνεργιστικό ή
ανταγωνιστικό χαρακτήρα σε σχέση με αυτή.

Δ.7. Συμπεράσματα
Από τη μελέτη της χημικής σύστασης των αιθερίων ελαίων της ρίγανης, του θυμαριού,
του δίκταμου και της μαντζουράνας προέκυψε πως περιέχουν κυρίως θυμόλη ή/και καρβακρόλη,
οι οποίες συνοδεύονται πάντα από γ-τερπινένιο και π-κυμένιο. Επιπλέον, στη μαντζουράνα
προσδιορίστηκε ένα αξιόλογο κλάσμα τερπενικών αλκοολών όπως η λιναλοόλη, η τερπινεν-4-
όλη και η α-τερπινεόλη.
Ο χημειότυπος του αιθερίου ελαίου της μαντζουράνας (Origanum majorana) αναφέρεται
για την Ελλάδα πρώτη φορά, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα βιβλιογραφικά δεδομένα.
Τα αιθέρια έλαια επιδεικνύουν διάφορα επίπεδα αντιμικροβιακής δράσης που εξαρτάται
από το είδος του αρωματικού φυτού και του φυτοπαθογόνου. Η βιοδραστικότητα των αιθερίων
ελαίων του δίκταμου και της μαντζουράνας συγκρίνεται άμεσα με αυτή της ρίγανης και του
θυμαριού.
Τα αιθέρια έλαια που περιέχουν θυμόλη και καρβακρόλη έχουν ισχυρή και ευρέους
φάσματος δράση σε σχετικά χαμηλές συγκεντρώσεις.
Η βιολογική δράση ενός αιθερίου ελαίου είναι αποτέλεσμα της δράσης όλων των ουσιών
που συμμετέχουν σε αυτό.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου